παραγγελιοδοχικός

παραγγελιοδοχικός
-ή, -ό
αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στον παραγγελιοδόχο: Η τελειοποίηση των μέσων μαζικής ενημερώσεως και επικοινωνιών περιόρισε τις παραγγελιοδοχικές εργασίες.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • παραγγελιοδοχικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον παραγγελιοδόχο 2. φρ. «παραγγελιοδοχική λογιστική» (οικον.) τομέας τής λογιστικής που έχει ως αντικείμενο τις εγγραφές που απεικονίζουν τις συναλλαγές τού παραγγελιοδόχου. [ΕΤΥΜΟΛ. < παραγγελιοδόχος.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”